Πειραματικές Ανταλλαγές (Experimental Transactions)

Χριστίνα Σγουρομύτη Christina Sgouromiti
Το χρονικό διάστημα που οριοθετείται από τις αρχές της δεκαετίας του ‘60 έως και τις αρχές του ‘80, αποτελεί τον ορίζοντα επί του οποίου αναπτύσσεται η ιδέα της Δημοτικής Πινακοθήκης της Μήθυμνας, από τη σύλληψη ενός οράματος έως και την υλοποίηση των εγκαινίων με πρωτοβουλία των Δούκα, Γιαγιάνου και Θεοφίλου. Στην Ελλάδα, το διάστημα αυτό χαρακτηρίζεται από την άνθηση των μοντερνιστικών τάσεων -που ανακόπτει βίαια η δικτατορία- οι οποίες συχνά ενσωματώνουν εκφάνσεις της ελληνικότητας με όρους παράδοσης. Ειδικότερα στην τέχνη, η μετάβαση από το «οραματικό» ‘60 στο «μεταμοντέρνο» ‘80, εκφράζεται με την έναρξη ενός διαλόγου με τα νεώτερα εκφραστικά μέσα, κυρίως όμως με τη σύσταση καλλιτεχνικών ομάδων, την κοινωνική συμμετοχή στον πολιτισμό και τη σύνδεση τέχνης και πολιτικής, μέσω ενός νέου, ρεαλιστικού ιδιώματος1. Εντούτοις, η πραγματικότητα μοιάζει να απέτυχε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που συνόδευσαν αυτά τα οράματα, παγιδεύοντας την καθημερινότητα σε μια ματαίωση, δύσκολα αποδεκτή από το κοινωνικό σύνολο.

Στο πεδίο του πολιτισμού, οι προσδοκίες –όπως ήδη διαφαίνονταν από τη δεκαετία του 1970- εστιάστηκαν στην προσέγγιση και εδραίωση μιας σχέσης με τα εικαστικά δρώμενα των διεθνών μητροπολιτικών κέντρων, παραμερίζοντας τη σχέση με την περιφέρεια. Εντούτοις, η μετατόπιση αυτή στοιχειοθετεί και μια αποκοπή από το κοινωνικό, σε έναν ελληνικό χώρο όπου η νεωτερικότητα εκφράστηκε με ιδιάζουσες –σε σχέση με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο- συνθήκες. Ο ρόλος των περιφερειακών συλλογών, επίτευγμα μιας γενιάς με έντονο κοινωνικό προβληματισμό και διάθεση διάδοσης και εκλαΐκευσης της τέχνης, σήμερα προβάλλει εξαιρετικά επίκαιρος. Σε μια εποχή όπου τα δίκτυα και οι μεταξύ τους συσχετισμοί μοιάζουν να αντικαθιστούν την έννοια της ευθύγραμμης προόδου, η ελλιπής τροφοδότηση από και προς τα περιφερειακά κέντρα, μπορεί μόνο να σημαίνει καθυστέρηση, υποβάθμιση των λειτουργιών του πολιτισμού.

Η έκθεση αυτή, σχεδόν τριάντα χρόνια από τα εγκαίνια της Δημοτικής Πινακοθήκης Μήθυμνας, προσανατολίζεται σε μια ανταλλαγή ανάμεσα στην ιστορική συγκυρία των πρώτων εγκαινίων της Πινακοθήκης -που βέβαια σηματοδοτεί μια περίοδο συλλογής των έργων, από το 1960 έως το 1980- και τη νεότερη εικαστική πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώνεται υπό τις τρέχουσες συνθήκες. Η διαλεκτική επικοινωνία μεταξύ έργων αντιπροσωπευτικών -και αναβιώσεων- μιας εποχής έντονων πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων, με μια νεότερη γενιά καλλιτεχνών, που ενώ αναπτύσσεται σε άμεση σχέση με τη διεθνή εικαστική σκηνή, ταυτόχρονα βιώνει και την ως άνω ματαίωση των κοινωνικών προσδοκιών, ουδόλως επικαλείται επιχειρήματα συγκριτικής αντιπαράθεσης, ή έστω ένα νοσταλγικό αναστοχασμό. Αντιθέτως, η συνύπαρξη αυτών των δύο γενεών -ιδιαίτερα στα πλαίσια μιας περιφερειακής Πινακοθήκης- έχει ως στόχο να φωτίσει από άλλη οπτική γωνία το περιεχόμενο των έργων αυτών̇ τόσο τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι καλλιτέχνες αντιλαμβάνονται τον κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλά και την ίδια την καλλιτεχνική παραγωγή, όσο και την ανάγνωση των σημείων εκείνων στα έργα της προηγούμενης γενιάς, που έδωσαν το στίγμα μιας κριτικής εικαστικής νεωτερικότητας στον ελληνικό χώρο.

Η ιδέα της αμοιβαίας «ανταλλαγής» μεταξύ των μόνιμων εκθεμάτων μιας ιστορικής συλλογής και μιας ομάδας σύγχρονων καλλιτεχνών, δεν αποτελεί βέβαια πρωτοπορία στο χώρο της εικαστικής επιμέλειας. Ήδη από το 1972, ο επιμελητής της Documenta 5, Harald Szeeman, αμφισβητούσε τη μονοθεματική οπτική των κυρίαρχων αφηγήσεων, τοποθετώντας αντικείμενα σύγχρονης τέχνης ανάμεσα σε εκθέματα-σύμβολα συγκεκριμένων ιστορικών και κοινωνικών συγκυριών, με σκοπό να υπονομεύσει τις κατεστημένες αντιλήψεις γύρω από το έργο τέχνης. Οι κριτικές, ανθρωπολογικές και μετά-αποικιακές αναφορές που συνόδευαν αυτού του είδους την επιμελητική τάση2, γρήγορα ερμηνεύθηκαν ως «φρέσκιες ανακαλύψεις», «αντίδραση στον περιορισμό» και «ανυπακοή» στα κλασσικά ταξινομικά δεδομένα. Εντούτοις, παρά τις όποιες ενστάσεις, τη μικρή ή μεγάλη κλίμακα και την επανάληψη που ακολούθησε αυτό το επιμελητικό εύρημα, η διαβούλευση συνεχίζει να απευθύνει ζητήματα θεσμικής κριτικής της τέχνης, αυθεντίας και κοινωνικής συμπεριφοράς του καλλιτέχνη, καθώς και να επικεντρώνεται στο ρόλο και τη λειτουργία του μουσείου ως φορέα πολιτισμικής διαχείρισης.

-
1. Βλ. Ν. Δασκαλοθανάσης, «Ανάμεσα στο ’60 και το ’80: Η Μεταβατική Τέχνη μιας Μεταβατικής Δεκαετίας» στον κατάλογο της έκθεσης Τα χρόνια της αμφισβήτησης: Η τέχνη του ’70 στην Ελλάδα, επιμ. Μπία Παπαδοπούλου, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης 15.12.2005-7.5.2006, Αθήνα 2005, καθώς και όλα τα κείμενα του καταλόγου.

2. Η τάση αυτή, όπως εκφράστηκε κυρίως από τον εικαστικό Hans Haacke υιοθετώντας το ρόλο του επιμελητή, αποσκοπούσε στην αποκάλυψη των απατηλών ιδιοτήτων του έργου τέχνης και ταυτόχρονα στην ενεργή και κριτική συμμετοχή από μέρους των θεατών. Βλ. Lisa G. Corrin, στον κατάλογο της έκθεσης Give and Take, Mixed messages, Serpentine Gallery and V&A Museum 30.1.2001-1.4.2001, Λονδίνο 2001.

The years between the early 1960s until the 1980s, indicate the period in which the idea of the Municipal Gallery of Mithimna was being shaped, from the initial manifestation of a dream until the actual realization of the Gallery’s opening by Doukas, Giagianos and Theofilou. In Greece, this period is characterized by the rise of modernist trends –violently disrupted by the seven years’ dictatorship- that incorporated expressions of Greek identity via traditional manifestations. In art, the transition from the “visionary” 1960s to the “postmodern” 1980s is marked by the introduction of new means of expression and by the constitution of numerous artists’ groups, social participation in cultural events and the connection between art and politics, through a new, realistic idiom1. However, reality seems to have failed to live up to the expectations that accompanied these visions, while society still experiences difficulties accepting such cancellation.

In the cultural field, the expectations focused –as it was already shown from the 1970s- in setting and sustaining a connection with the international art events taking place in the metropolitan centres, forcing periphery in the margin. This shift, however, marks a withdrawal from the social discourse, given the particularities – with relation to the rest of the western world – in which Greek modernism manifested itself. Today, the role of peripheral collections, reflecting a generation with social agenda and disposition towards popularization of the arts, is in focus. In a time where networks and their correlations question the notion of linear progress, a weak stream from and to the periphery can only mean interruption, degradation of the overall cultural functions.

This show, that takes place almost thirty years after the opening of the Municipal Gallery of Mithimna, aspires to an exchange between the historical event of the first opening – signifying the period in which the collection was gathered – and a young contemporary art scene, as this is being formed under the current circumstances. The dialectical communication between works of art – representative and revivals – belonging to a highly controversial time, with a younger generation of artists that while in direct contact with an international art scene, they experience the above cancellation of social expectations, does not in any ways aspire at arguments of comparison, or any sort of nostalgic contemplation. On the contrary, the co-existence of these two generations -especially in the frame of a Municipal Gallery– aims to reveal alternative aspects regarding the content of these works. These aspects, address primarily the diversity in which young contemporary artists perceive social transformation and the field of cultural production itself and secondly, encourage multiple readings on the works of a previous generation, from which a critical modernist culture arouse.

The idea of a common exchange between a permanent historical collection and a group of visiting artists does not constitute an avant-garde in the curatorial field. As early as 1972, the curator of Documenta 5, Harald Szeeman, questioned the unidisciplinary model of dominant narrations by placing contemporary art objects amongst symbolic items of a specific historical period, aiming to subvert the established preconceptions regarding the work of art. The critical, anthropological, post-colonial references that accompanied the above curatorial stance2 were soon to be interpreted as “fresh investigations”, “resistance to containment” and “unruliness” against the conventional stylistic categories. Nevertheless, in spite of the objections, the small or larger scale of the attempts and the repetition that followed this approach, the dialogue continues to address issues of critique of the art establishment, authorship and social behaviour of the artist and focus on the role and functions of the museum, as transmitter of cultural policy.

-
1. N. Daskalothanassis, “Between the 1960s and the 1980s: The Transitional Art of a Transitional Decade”, in the exhibition catalogue The Years of Defiance: The Art of the ‘70s in Greece, curated by Bia Papadopoulou, National Museum of Contemporary Art 17.12.2005-7.5.2006, Athens 2005

2. This approach, as was mainly expressed by the artist Hans Haacke adopting the role of the curator, aimed at unveiling the deceptive layers of the art object, while urging the spectator to take part as critical participant. See also Lisa G. Corrin at the exhibition catalogue Give and Take, Mixed Messages, Serpentine Gallery and V&A Museum 30.1.2001-1.4.2001, London 2001 Art 17.12.2005-7.5.2006, Athens 2005

_