Συλλογισμοί (Thoughts on a collection)
Γκέλυ Γρυντάκη Gelly Grindaki
Πάρε όμως δυο καλούς ζουγράφους· φαντάσου πως δε διάβασαν ποτές τους μήτ’ Όμηρο μήτε Ντάντε. Βάλ’ τους να διαβάσουν. Κλείσ’ τους έπειτα μέσα σε ξέχωρες κάμαρες, και πες τους να ζουγραφίσουν, ας πούμε το νησί της Καλυψώς κι έναν κύκλο της Κόλασης, καταπώς τα παράλαβαν από τον Όμηρο κι από τον Ντάντε. Πάρ’ τις εικόνες τους ύστερα και κάμε σύγκριση —
Αργύρης Εφταλιώτης,
Η Μαζώχτρα
Το ενδιαφέρον είναι σαφώς μεγαλύτερο όταν αυτή ξεπερνά το ατομικό πλαίσιο και γίνεται πλέον συνομιλία γενεών. Τότε εξάλλου είναι που εισβάλει και ο μέγας παράγοντας Ιστορία.
Ο μυτιληνιός δημοτικιστής συγγραφέας Αργύρης Εφταλιώτης κάπου στις αρχές του 20ου αιώνα μιλάει για τη μοναδικότητα της ματιάς του κάθε καλλιτέχνη στον μικρό πρόλογο μιας εξαιρετικής αλλά πικρής του ιστορίας.
Η δική μας πάλι ιστορία -εξαιρετική και πικρή επίσης- εκτυλίσσεται στις παρυφές της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα ξεκινά όμως περίπου τριάντα χρόνια πριν. Εκεί στις θρυλικές αρχές του 80’, μια Αυγουστιάτικη Κυριακή όταν ο μικρός Μόλυβος, με το μεγάλο πολιτιστικό βάρος, αποκτά επιτέλους πανηγυρικά τη δημοτική του πινακοθήκη. Η γόνιμη μαγιά 77 έργων, δωρεών από καλλιτέχνες και φιλότεχνους σηματοδοτεί ευοίωνα την έναρξη μιας σημαντικής συλλογής ελληνικής τέχνης που διατρέχει τον εγχώριο μοντερνισμό μέχρι τη γενιά του 70’. Πέραν όμως μιας πρώτης ενθουσιώδους και καρπερής δεκαετίας –μέσα στην οποία η συλλογή διπλασιάζεται- η μετέπειτα πορεία της φθίνει σταδιακά περνώντας εντέλει στην πλήρη αφάνεια, θύμα της αξιοσημείωτης αδιαφορίας της χώρας μας για το σύγχρονο πολιτισμό της.
Τριάντα χρόνια μετά τα εγκαίνια -μια ακόμη Αυγουστιάτικη βραδιά του 2010 πλέον- η άνιση ιστορία της δημοτικής πινακοθήκης Μήθυμνας επαναπροσεγγίζεται με ένα εγχείρημα που φιλοδοξεί να σχολιάσει την παραμελημένη τοπική εικαστική πραγματικότητα αναδεικνύοντας ένα μέρος της πλούσιας μεν «ξεχασμένης» δε συλλογής και να διαβάσει τη σύγχρονη πολιτιστική μας ιστορία μέσα από την αντιπαραβολή αυτού με έργα νέων καλλιτεχνών. Όλα αυτά με άξονα την αναβίωση ενός ιστορικού πεπραγμένου, των πρώτων εκείνων εγκαινίων της δημοτικής πινακοθήκης.
Η προκείμενη έκθεση γίνεται έτσι αυτή καθαυτή ένα είδος ζωντανού αρχείου και στα εγκαίνιά της θα μπορούσε να αποδοθεί ακόμα και ένας χαρακτήρας performance, ιδιαζόντως διαδραστικής καθώς γινόμαστε όλοι -κοινό, συμμετέχοντες και οργανωτές- μέτοχοι τόσο της ανασύστασης της ιστορικής στιγμής όσο και του κριτικού σχολιασμού αυτής -ως σημείο καιρών φορτισμένων με ελπίδα– και της εξέλιξής της, απέναντι στο νεφελώδες σημερινό τοπίο.Στο εύρος λοιπόν που η εικαστική αναβίωση λειτουργεί πρωτίστως ως παραστατικό ντοκουμέντο, με τη χειρονομία αφ΄ ενός της επαν-έκθεσης ενός μέρους του υλικού της συλλογής επιχειρείται τελικώς μια υπενθύμιση/σκιαγράφηση –ένα υπόμνημα εξάλλου γνωστοποιεί, τιμά μια μνήμη αλλά και ερμηνεύει- του ενθουσιώδους πολιτισμικού ορμέμφυτου μιας άλλης εποχής, όχι και τόσο μακρινής για να θεωρηθεί «νοσταλγικά» ανεπίστρεπτο, αλλά και της εντόπιας μοντερνιστικής και μετέπειτα παράδοσης που κυοφόρησε τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία. Αφ’ εταίρου δίνει πρόσβαση σε νέους δημιουργούς να εκφραστούν καλλιτεχνικά με εφαλτήριο τη συλλογή, την ιστορία της και το πολιτικό-πολιτιστικό κατεστημένο που η τελευταία προϋποθέτει και συνεπάγεται.
Στην επικείμενη συμβίωση εποχών και τεχνοτροπιών λοιπόν η βαριά ακινησία των ανδροπρεπών ανθρωποειδών του Γαϊτη στη διαρκή και διακαή αναζήτηση της ελληνικότητας διαλέγεται με την ξέγνοιαστη κινητικότητα των ά-τοπων και ά-χρονων ανάλαφρων μαθητριών της Σγουρομύτη. Η ποιητική της απόγνωσης και του αποκλεισμού του Ακριθάκη συμβαδίζει με μια μάταιη απώλεια της αίσθησης του οικείου στο έργο του Νούλα αλλά και με την αναγύρεψη και επαναδιαπραγμάτευση των συνόρων που υπεισέρχεται στη ματιά της Σαρρή. Το ιερό και το ανίερο αποδομούνται τόσο στην διαζευκτική εγκατάσταση του Λαγουδιανάκη όσο και στον άμεσο διάλογο της σκωπτικής κριτικής του καταναλωτισμού του Μπιτσάκη με τον κατανυκτικό αλλά και εφιαλτικό Χαλεπά. Ο αιχμηρά πολιτικός νέος ρεαλισμός του Ψυχοπαίδη επικαλούμενος ανοιχτά την ελληνική πνευματικότητα σε μια ιδιαίτερη αντίστιξη εντέλει μοιράζεται τις ίδιες ανησυχίες με την τραχιά σαρκαστική οπτική του Καραμανώλη απέναντι στη σύγχρονη θεώρηση της παράδοσης αλλά και με την πολιτιστική και γνωστική αδηφαγία που υπογραμμίζει γλαφυρά ο Χαλάτσης. Το ζοφερό φορμαλιστικό τοπίο της Πανουκλιά από τη μία απαντά αναπάντεχα στο φυσιολατρικό ρεαλισμό του Βαλαβανίδη από την άλλη αποπνέει την αύρα της αστικής αποξένωσης και της υπαρξιακής θλίψης του Μπότσογλου. Οι γοτθικές γεωμετρικές προοπτικές της Μαραθάκη συναντιούνται με τις γραμμές της Μάρκαρη και συμπορεύονται με το νοσταλγικό λυρισμό του Σολούνια. Ταυτόχρονα ο υπόκωφος πεσιμισμός της παραπέμπει στη στοιχειωμένη ησυχία του Βαρλάμου. Ο Μπαχαριάν και ο Κατσούδας παραθέτουν δύο διαφορετικές κατευθύνσεις της αυτοαναφορικότητας και της βιωματικής δημιουργίας. Και αν η νέα «ανάγνωση» του επιλεγμένου μέρους της συλλογής που επιχειρεί ο Βολανάκης μέσα από το πρίσμα του σύγχρονου χρηματοοικονομικού κατεστημένου της τέχνης συνομιλεί με σύσσωμο το σημερινό κοινωνικό και πολιτιστικό μας τοπίο ο πηγαίος εξπρεσιονισμός του Τέτση συνομιλεί ανέμελα με τον ίδιο το Μόλυβο στο φως του αιώνιου κατακαλόκαιρου.
Υπάρχει στις φυσικές επιστήμες ένα ενδιαφέρον φαινόμενο, η ενισχυτική συμβολή, όπου η «σωστή» συνάντηση δύο κυμάτων γίνεται πηγή νέων και ισχυρότερων. Ας αντιληφθούμε λοιπόν την προκείμενη περίσταση ως τη χωροχρονική συμβολή δύο ετερόχρονων πολιτιστικών κυμάτων με βαθύτερο σκοπό την παραγωγή των καινούριων και ικανών να καταφέρουν κάποτε να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.
Objective as well as beauty of a group exhibition, besides the multiplicity of the artistic approaches of its subject, is the action of artistic conversation among the artists and the consequential detection of the personal diversity of each creator.
It is far more interesting when it goes even beyond, to a conversation between different generations as it then comments History itself.
Our little story begins thirty years from now, in the early 80s, when the new Municipal Gallery of Molyvos is born. With a small capital of 77 works of art, generous donations by artists and art lovers, the creation of a very promising Greek art collection begins. However after the first favorable and fertile decade – while duplicating the collection pieces- the process followed a rather declining road reaching finally its complete obscurity, as a typical victim of the enchorial cultural negligence. Thirty years after, the uneven history of the Municipal gallery of Mithymna is re-approached with a project ambitious enough to talk about the neglected local artistic reality, exhibiting part of the forgotten collection in juxtaposition with the work of contemporary artists through the reenactment of an historic fact, the first opening of the gallery. The exhibition becomes this way a kind of a live archive and its opening would have even the aura of a performance where everybody is part of the recreation of the historic moment, but also of its critical annotation against today.
Re-exhibiting part of the collection is the actual memorandum of promising times not so old to be considered as unreturned, but also of the greek modernist and post modernist tradition that brought in the contemporary artistic production. It also gives to a young generation of artists the access to express themselves through this collection, its ominous history and the social and cultural conditions that generated the later.
In science there is an interesting phenomenon when two waves are meeting together. It is called constructive interference and it products a totally new and even stronger wave.
Let’s see this exhibition as the constructive interference of two cultural waves of different times meeting in a specific space-time continuum, hoping for the creation of a new stronger one able to agitate the stagnant waters of our contemporary cultural landscape.


